Τα υψηλότερα θετικά ισοζύγια σε προσλήψεις καταγράφηκαν στους κλάδους των καταλυμάτων, της εστίασης, του λιανικού εμπορίου, καθώς και στη δημόσια διοίκηση και άμυνα και στον ΕΦΚΑ
Δημογραφικό κενό στις θέσεις εργασίας δημιουργούν οι μαζικές συνταξιοδοτήσεις των τελευταίων ετών με δέκα κλάδους της οικονομίας να αναζητούν εργαζόμενους και τέσσερις απ’ αυτούς να συμβάλλουν στην περαιτέρω μείωση της ανεργίας.
Τα υψηλότερα θετικά ισοζύγια σε προσλήψεις καταγράφηκαν στους κλάδους των καταλυμάτων, της εστίασης, του λιανικού εμπορίου, καθώς και στη δημόσια διοίκηση και άμυνα και στον ΕΦΚΑ.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν με σαφήνεια τη μεταβολή.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 52.231 κενές θέσεις εργασίας.
Περίπου μία στις τρεις αφορούσε τον τουρισμό και την εστίαση, όπου καταγράφηκαν 18.192 κενές θέσεις.
Ακολούθησαν το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, η δημόσια διοίκηση και άμυνα, η μεταποίηση και ο τομέας της υγείας.
Η πορεία των τελευταίων ετών είναι ακόμη πιο ενδεικτική.
Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 32.850 το πρώτο τρίμηνο του 2023 σε 70.826 το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024, σημειώνοντας άνοδο 115,6%.
Το 2025 ακολούθησε αποκλιμάκωση, με τις κενές θέσεις να περιορίζονται στις 52.070, ενώ το 2026 παρέμειναν ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα, φτάνοντας τις 52.231, αυξημένες μόλις κατά 0,3%.
Παρά τη σταθεροποίηση, η ζήτηση για εργαζομένους παραμένει σημαντικά υψηλότερη από το 2023 και πολλαπλάσια σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ο τουρισμός και η εστίαση βρίσκονται σταθερά στην κορυφή των κλάδων με τις μεγαλύτερες ανάγκες προσωπικού.
Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 7.466 το 2023 σε 25.398 το 2024, πριν περιοριστούν στις 11.028 το 2025 και αυξηθούν εκ νέου στις 18.192 το 2026.
Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο οι κενές θέσεις διαμορφώθηκαν στις 6.123 το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 8.541 το 2025 και 9.038 το 2024.
Παρά τη μείωση, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Αυξημένες ανάγκες καταγράφονται και στη δημόσια διοίκηση και άμυνα.
Από 2.099 κενές θέσεις το 2023, ο αριθμός εκτοξεύθηκε στις 6.624 το 2024 και, παρά την υποχώρηση του 2025, διαμορφώθηκε στις 5.389 το 2026.
Στη μεταποίηση οι κενές θέσεις έφτασαν τις 6.280 το 2024, έναντι 3.710 το 2023, για να περιοριστούν στις 3.984 το 2026. Αντίστοιχα, οι κατασκευές παρουσίασαν έντονη αύξηση έως το 2024, όταν οι κενές θέσεις ανήλθαν στις 4.393, πριν υποχωρήσουν στις 2.611 το 2026.
Στην υγεία και κοινωνική μέριμνα οι ανάγκες προσωπικού παραμένουν επίσης υψηλές.
Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 2.569 το 2023 σε 4.760 το 2024 και διαμορφώθηκαν στις 3.976 το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Ιδιαίτερη μεταβολή καταγράφεται και στην εκπαίδευση, όπου οι κενές θέσεις από 371 το 2023 αυξήθηκαν σε 2.331 το 2024 και έφτασαν τις 2.483 το 2026, την υψηλότερη επίδοση της εξεταζόμενης περιόδου.
Το παράδοξο της σημερινής αγοράς εργασίας είναι ότι οι κενές θέσεις αυξάνονται την ίδια στιγμή που η ανεργία παραμένει κάτω από το 10%.
Η εικόνα διαφέρει αισθητά από εκείνη του 2015, όταν το πρώτο τρίμηνο είχαν καταγραφεί 15.367 κενές θέσεις, σε μια περίοδο πολύ υψηλής ανεργίας.
Σήμερα, οι 52.231 κενές θέσεις συνυπάρχουν με χαμηλότερη ανεργία, αλλά και με ένα εργατικό δυναμικό που συρρικνώνεται.
Ο αριθμός των διαθέσιμων εργαζομένων δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει το σύνολο των προσφερόμενων θέσεων, ενώ σημαντικό μέρος του πληθυσμού, κυρίως γυναίκες, παραμένει εκτός αγοράς εργασίας, καθώς η συνταξιοδότηση των μεγαλύτερων ηλικιακά εργαζομένων δημιουργεί πρόσθετα κενά, τα οποία δεν καλύπτονται στον ίδιο βαθμό από νέους εργαζομένους που εισέρχονται στην αγορά.
Η εξέλιξη αυτή μετατρέπει την έλλειψη προσωπικού από προσωρινό πρόβλημα σε διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Τουρισμός, εμπόριο, μεταποίηση, κατασκευές και υγεία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με τις επιχειρήσεις να αναζητούν εργαζομένους σε μια αγορά όπου η διαθέσιμη προσφορά περιορίζεται.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την ανεργία ανά φύλο.
Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σαφώς υψηλότερο ποσοστό ανεργίας από τους άνδρες.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η ανεργία στις γυναίκες ανήλθε στο 12,6%, έναντι 6,9% στους άνδρες.
Μάλιστα, η απόσταση μεταξύ των δύο φύλων διευρύνθηκε μέσα σε έναν χρόνο. Από 4,4 ποσοστιαίες μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2025 έφτασε στις 5,7 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε κατά 0,4 μονάδες στους άνδρες, ενώ αυξήθηκε κατά 0,9 μονάδες στις γυναίκες.
Ανάλογη ανησυχία προκαλεί και η πορεία της ανεργίας των νέων. Στην ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 19,1%, από 18,4% ένα χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας άνοδο 0,7 ποσοστιαίας μονάδας.
ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Ποσοτική ανάκαμψη, αλλά ανεπαρκής ποιοτική βελτίωση
Στην ίδια κατεύθυνση, αν και με διαφορετική έμφαση, κινείται η ανάλυση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ περιγράφει την αγορά εργασίας ως μια αγορά που εμφανίζει ουσιαστική, αλλά άνιση και ποιοτικά ανεπαρκή ανάκαμψη.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το 2025 σημειώθηκε σαφής βελτίωση σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία: η απασχόληση αυξήθηκε, η ανεργία υποχώρησε και η υποαπασχόληση περιορίστηκε.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή, όπως υποστηρίζει το Ινστιτούτο, δεν επαρκεί για να τεκμηριώσει τη μετάβαση σε ένα σταθερό και κοινωνικά βιώσιμο μοντέλο εργασίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας έχει ανακάμψει κυρίως σε ποσοτικούς όρους, χωρίς να έχει επιτευχθεί αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας των θέσεων εργασίας.
Μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων τον Ιούνιο
Διαφορετική εικόνα ως προς την ανεργία προκύπτει από τα στοιχεία της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης.
Τον Ιούνιο του 2026 ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων μειώθηκε κατά 10,9% σε ετήσια βάση.
Συγκεκριμένα, οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ανήλθαν σε 672.293 άτομα, μειωμένοι κατά 82.032 σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025.
Σε σχέση όμως με τον Μάιο του 2026 σημειώθηκε αύξηση κατά 11.611 άτομα ή 1,8%.
Ο αριθμός των επιδοτούμενων ανέργων διαμορφώθηκε τον Ιούνιο στις 106.727, αυξημένος κατά 10.091 άτομα ή 10,4% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Σε μηνιαία βάση, ωστόσο, καταγράφηκε μείωση κατά 4.129 άτομα ή 3,7%.
Πέρα από τη μείωση ή αύξηση της ανεργίας, το κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας.
Στο επίκεντρο της σχετικής κριτικής βρίσκεται η έκταση της μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης.
Σύμφωνα με στοιχεία του e-ΕΦΚΑ για τον Νοέμβριο του 2025, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ανέρχονταν σε 591.816, σε σύνολο 2.778.622 εργαζομένων, αντιστοιχώντας στο 21,3%.
Ο μέσος μεικτός μισθός των εργαζομένων αυτών σε κοινές επιχειρήσεις ανερχόταν, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία, στα 541,54 ευρώ.
Στο πρώτο πεντάμηνο του έτους, οι προσλήψεις πλήρους απασχόλησης ανήλθαν σε 784.872, ποσοστό 57,64%, ενώ οι προσλήψεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης έφτασαν τις 576.746, ποσοστό 42,36%.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, τον Μάιο μετατράπηκαν 4.878 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης σε μερική ή εκ περιτροπής.
Εάν συνυπολογιστούν οι μετατροπές με τις νέες προσλήψεις, ο αριθμός των εργαζομένων που εντάχθηκαν σε καθεστώς μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης ανέρχεται σε 164.042.
Η συζήτηση για την απασχόληση συνδέεται άμεσα με το ζήτημα των αποδοχών.
Τα στοιχεία που επικαλούνται οι φορείς και οι αναλύσεις για την αγορά εργασίας καταδεικνύουν ότι η αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων.
Η κριτική που ασκείται από την ΕΝΥΠΕΚΚ εστιάζει ακριβώς σε αυτή την πλευρά, υποστηρίζοντας ότι η μερική και εκ περιτροπής εργασία, σε συνδυασμό με χαμηλές αποδοχές και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, περιορίζει την πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Το βασικό ερώτημα για την επόμενη περίοδο είναι αν η ποσοτική βελτίωση θα μπορέσει να μετατραπεί σε ουσιαστική ποιοτική αναβάθμιση. Η δημιουργία περισσότερων θέσεων πλήρους απασχόλησης, η ενίσχυση των αμοιβών και η μείωση των ανισοτήτων αποτελούν τα βασικά ζητούμενα μιας αγοράς εργασίας που, παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές αδυναμίες.
Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Τα υψηλότερα θετικά ισοζύγια σε προσλήψεις καταγράφηκαν στους κλάδους των καταλυμάτων, της εστίασης, του λιανικού εμπορίου, καθώς και στη δημόσια διοίκηση και άμυνα και στον ΕΦΚΑ.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν με σαφήνεια τη μεταβολή.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν 52.231 κενές θέσεις εργασίας.
Περίπου μία στις τρεις αφορούσε τον τουρισμό και την εστίαση, όπου καταγράφηκαν 18.192 κενές θέσεις.
Ακολούθησαν το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, η δημόσια διοίκηση και άμυνα, η μεταποίηση και ο τομέας της υγείας.
Η πορεία των τελευταίων ετών είναι ακόμη πιο ενδεικτική.
Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 32.850 το πρώτο τρίμηνο του 2023 σε 70.826 το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024, σημειώνοντας άνοδο 115,6%.
Το 2025 ακολούθησε αποκλιμάκωση, με τις κενές θέσεις να περιορίζονται στις 52.070, ενώ το 2026 παρέμειναν ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα, φτάνοντας τις 52.231, αυξημένες μόλις κατά 0,3%.
Παρά τη σταθεροποίηση, η ζήτηση για εργαζομένους παραμένει σημαντικά υψηλότερη από το 2023 και πολλαπλάσια σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ο τουρισμός και η εστίαση βρίσκονται σταθερά στην κορυφή των κλάδων με τις μεγαλύτερες ανάγκες προσωπικού.
Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 7.466 το 2023 σε 25.398 το 2024, πριν περιοριστούν στις 11.028 το 2025 και αυξηθούν εκ νέου στις 18.192 το 2026.
Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο οι κενές θέσεις διαμορφώθηκαν στις 6.123 το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 8.541 το 2025 και 9.038 το 2024.
Παρά τη μείωση, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Αυξημένες ανάγκες καταγράφονται και στη δημόσια διοίκηση και άμυνα.
Από 2.099 κενές θέσεις το 2023, ο αριθμός εκτοξεύθηκε στις 6.624 το 2024 και, παρά την υποχώρηση του 2025, διαμορφώθηκε στις 5.389 το 2026.
Στη μεταποίηση οι κενές θέσεις έφτασαν τις 6.280 το 2024, έναντι 3.710 το 2023, για να περιοριστούν στις 3.984 το 2026. Αντίστοιχα, οι κατασκευές παρουσίασαν έντονη αύξηση έως το 2024, όταν οι κενές θέσεις ανήλθαν στις 4.393, πριν υποχωρήσουν στις 2.611 το 2026.
Στην υγεία και κοινωνική μέριμνα οι ανάγκες προσωπικού παραμένουν επίσης υψηλές.
Οι κενές θέσεις αυξήθηκαν από 2.569 το 2023 σε 4.760 το 2024 και διαμορφώθηκαν στις 3.976 το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Ιδιαίτερη μεταβολή καταγράφεται και στην εκπαίδευση, όπου οι κενές θέσεις από 371 το 2023 αυξήθηκαν σε 2.331 το 2024 και έφτασαν τις 2.483 το 2026, την υψηλότερη επίδοση της εξεταζόμενης περιόδου.
Το παράδοξο της σημερινής αγοράς εργασίας είναι ότι οι κενές θέσεις αυξάνονται την ίδια στιγμή που η ανεργία παραμένει κάτω από το 10%.
Η εικόνα διαφέρει αισθητά από εκείνη του 2015, όταν το πρώτο τρίμηνο είχαν καταγραφεί 15.367 κενές θέσεις, σε μια περίοδο πολύ υψηλής ανεργίας.
Σήμερα, οι 52.231 κενές θέσεις συνυπάρχουν με χαμηλότερη ανεργία, αλλά και με ένα εργατικό δυναμικό που συρρικνώνεται.
Ο αριθμός των διαθέσιμων εργαζομένων δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει το σύνολο των προσφερόμενων θέσεων, ενώ σημαντικό μέρος του πληθυσμού, κυρίως γυναίκες, παραμένει εκτός αγοράς εργασίας, καθώς η συνταξιοδότηση των μεγαλύτερων ηλικιακά εργαζομένων δημιουργεί πρόσθετα κενά, τα οποία δεν καλύπτονται στον ίδιο βαθμό από νέους εργαζομένους που εισέρχονται στην αγορά.
Η εξέλιξη αυτή μετατρέπει την έλλειψη προσωπικού από προσωρινό πρόβλημα σε διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Τουρισμός, εμπόριο, μεταποίηση, κατασκευές και υγεία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με τις επιχειρήσεις να αναζητούν εργαζομένους σε μια αγορά όπου η διαθέσιμη προσφορά περιορίζεται.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την ανεργία ανά φύλο.
Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σαφώς υψηλότερο ποσοστό ανεργίας από τους άνδρες.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η ανεργία στις γυναίκες ανήλθε στο 12,6%, έναντι 6,9% στους άνδρες.
Μάλιστα, η απόσταση μεταξύ των δύο φύλων διευρύνθηκε μέσα σε έναν χρόνο. Από 4,4 ποσοστιαίες μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2025 έφτασε στις 5,7 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε κατά 0,4 μονάδες στους άνδρες, ενώ αυξήθηκε κατά 0,9 μονάδες στις γυναίκες.
Ανάλογη ανησυχία προκαλεί και η πορεία της ανεργίας των νέων. Στην ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 19,1%, από 18,4% ένα χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας άνοδο 0,7 ποσοστιαίας μονάδας.
ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Ποσοτική ανάκαμψη, αλλά ανεπαρκής ποιοτική βελτίωση
Στην ίδια κατεύθυνση, αν και με διαφορετική έμφαση, κινείται η ανάλυση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ περιγράφει την αγορά εργασίας ως μια αγορά που εμφανίζει ουσιαστική, αλλά άνιση και ποιοτικά ανεπαρκή ανάκαμψη.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το 2025 σημειώθηκε σαφής βελτίωση σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία: η απασχόληση αυξήθηκε, η ανεργία υποχώρησε και η υποαπασχόληση περιορίστηκε.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή, όπως υποστηρίζει το Ινστιτούτο, δεν επαρκεί για να τεκμηριώσει τη μετάβαση σε ένα σταθερό και κοινωνικά βιώσιμο μοντέλο εργασίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική αγορά εργασίας έχει ανακάμψει κυρίως σε ποσοτικούς όρους, χωρίς να έχει επιτευχθεί αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας των θέσεων εργασίας.
Μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων τον Ιούνιο
Διαφορετική εικόνα ως προς την ανεργία προκύπτει από τα στοιχεία της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης.
Τον Ιούνιο του 2026 ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων μειώθηκε κατά 10,9% σε ετήσια βάση.
Συγκεκριμένα, οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ανήλθαν σε 672.293 άτομα, μειωμένοι κατά 82.032 σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025.
Σε σχέση όμως με τον Μάιο του 2026 σημειώθηκε αύξηση κατά 11.611 άτομα ή 1,8%.
Ο αριθμός των επιδοτούμενων ανέργων διαμορφώθηκε τον Ιούνιο στις 106.727, αυξημένος κατά 10.091 άτομα ή 10,4% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Σε μηνιαία βάση, ωστόσο, καταγράφηκε μείωση κατά 4.129 άτομα ή 3,7%.
Πέρα από τη μείωση ή αύξηση της ανεργίας, το κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας.
Στο επίκεντρο της σχετικής κριτικής βρίσκεται η έκταση της μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης.
Σύμφωνα με στοιχεία του e-ΕΦΚΑ για τον Νοέμβριο του 2025, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ανέρχονταν σε 591.816, σε σύνολο 2.778.622 εργαζομένων, αντιστοιχώντας στο 21,3%.
Ο μέσος μεικτός μισθός των εργαζομένων αυτών σε κοινές επιχειρήσεις ανερχόταν, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία, στα 541,54 ευρώ.
Στο πρώτο πεντάμηνο του έτους, οι προσλήψεις πλήρους απασχόλησης ανήλθαν σε 784.872, ποσοστό 57,64%, ενώ οι προσλήψεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης έφτασαν τις 576.746, ποσοστό 42,36%.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, τον Μάιο μετατράπηκαν 4.878 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης σε μερική ή εκ περιτροπής.
Εάν συνυπολογιστούν οι μετατροπές με τις νέες προσλήψεις, ο αριθμός των εργαζομένων που εντάχθηκαν σε καθεστώς μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης ανέρχεται σε 164.042.
Η συζήτηση για την απασχόληση συνδέεται άμεσα με το ζήτημα των αποδοχών.
Τα στοιχεία που επικαλούνται οι φορείς και οι αναλύσεις για την αγορά εργασίας καταδεικνύουν ότι η αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων.
Η κριτική που ασκείται από την ΕΝΥΠΕΚΚ εστιάζει ακριβώς σε αυτή την πλευρά, υποστηρίζοντας ότι η μερική και εκ περιτροπής εργασία, σε συνδυασμό με χαμηλές αποδοχές και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, περιορίζει την πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Το βασικό ερώτημα για την επόμενη περίοδο είναι αν η ποσοτική βελτίωση θα μπορέσει να μετατραπεί σε ουσιαστική ποιοτική αναβάθμιση. Η δημιουργία περισσότερων θέσεων πλήρους απασχόλησης, η ενίσχυση των αμοιβών και η μείωση των ανισοτήτων αποτελούν τα βασικά ζητούμενα μιας αγοράς εργασίας που, παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές αδυναμίες.
Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών