Έκθεση τεσσάρων κρατών της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης προειδοποιεί για αύξηση 69% στο κόστος εισαγωγής φυσικού αερίου, δραματική συρρίκνωση των εμπορικών συναλλαγών και νέες πληθωριστικές πιέσεις στην αρμενική οικονομία.
Η γεωπολιτική στροφή του Yerevan προς τη Δύση ενδέχεται να συνοδευτεί από σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Έκθεση τεσσάρων κρατών της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης προειδοποιεί για αύξηση 69% στο κόστος εισαγωγής φυσικού αερίου, δραματική συρρίκνωση των εμπορικών συναλλαγών και νέες πληθωριστικές πιέσεις στην αρμενική οικονομία.
Η προσπάθεια της Αρμενίας να επαναπροσδιορίσει τη γεωπολιτική της θέση, περιορίζοντας την εξάρτησή της από τη Ρωσία και ενισχύοντας τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό δίλημμα.
Σύμφωνα με έκθεση που συνέταξαν εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και του Κιργιστάν, μια πιθανή αποχώρηση της Αρμενίας από την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (EAEU) θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικούς κραδασμούς στην οικονομία της χώρας.
Το πρώτο και πλέον άμεσο πλήγμα εκτιμάται ότι θα προέλθει από τον ενεργειακό τομέα, όπου το Yerevan εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου.
Εκτόξευση του ενεργειακού κόστους κατά 69%
Οι υπολογισμοί της έκθεσης δείχνουν ότι το ετήσιο κόστος εισαγωγής φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξηθεί από τα σημερινά 389 εκατομμύρια δολάρια στα 657,5 εκατομμύρια δολάρια.
Πρόκειται για πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση ύψους 268,5 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 69%.
Η εκτίμηση βασίζεται στην υπόθεση ότι η τιμή του φυσικού αερίου θα αυξηθεί από τα 177,5 δολάρια στα 300 δολάρια ανά χίλια κυβικά μέτρα, ενώ οι ποσότητες που εισάγει η Αρμενία θα παραμείνουν αμετάβλητες.
Επομένως, το πρόσθετο κόστος δεν συνδέεται με μεγαλύτερη ενεργειακή κατανάλωση, αλλά αποκλειστικά με την πιθανή απώλεια των σημερινών ευνοϊκών όρων προμήθειας.
Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για υποθετικό σενάριο και όχι για ήδη αποφασισμένη αναπροσαρμογή της τιμής.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Μια τόσο μεγάλη αύξηση στο κόστος του φυσικού αερίου δεν θα περιοριζόταν στους λογαριασμούς των εισαγωγέων ενέργειας.
Το φυσικό αέριο αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ηλεκτροπαραγωγή, τη θέρμανση και τη λειτουργία της αρμενικής βιομηχανίας.
Κατά συνέπεια, η αύξηση της τιμής του θα μπορούσε να μεταφερθεί σταδιακά στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, στο κόστος παραγωγής και στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Για τα νοικοκυριά, αυτό θα σήμαινε περαιτέρω πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Για τις επιχειρήσεις, υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και πιθανή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητάς τους.
Ο οικονομολόγος Tatul Manaseryan έχει επίσης επισημάνει τον κίνδυνο αύξησης των τιμολογίων και των τιμών των αγαθών εξαιτίας μιας ενδεχόμενης ενεργειακής ανατίμησης.
Η αλληλεπίδραση αυξημένων τιμών, περιορισμένης αγοραστικής δύναμης και χαμηλότερης επιχειρηματικής δραστηριότητας θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Κίνδυνος μεγάλης συρρίκνωσης του εμπορίου
Οι πιθανές συνέπειες δεν σταματούν στον ενεργειακό τομέα.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η αναστολή της συμμετοχής της Αρμενίας στην EAEU θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του εμπορικού της κύκλου εργασιών με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη κατά 55,6%.
Σε απόλυτα μεγέθη, οι εμπορικές συναλλαγές προβλέπεται, στο συγκεκριμένο σενάριο, να υποχωρήσουν από περίπου 7,99 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 σε 3,55 δισεκατομμύρια δολάρια.
Αυτό συνεπάγεται απώλεια εμπορικής δραστηριότητας που υπερβαίνει τα 4,4 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η αρμενική οικονομία έχει αναπτύξει ισχυρές εμπορικές σχέσεις με τη ρωσική αγορά και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρασιατικής Ένωσης. Η μεταβολή των τελωνειακών και εμπορικών όρων θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξαγωγές, τις εισαγωγές, τη διαμετακόμιση αγαθών και την πρόσβαση των αρμενικών επιχειρήσεων σε παραδοσιακές αγορές.
Επιπλέον, ενδέχεται να εμφανιστούν νέοι διοικητικοί περιορισμοί και πρόσθετα κόστη για επιχειρήσεις που σήμερα επωφελούνται από τους κοινούς κανόνες της Ένωσης.
Η γεωπολιτική επιλογή του Nikol Pashinyan
Πίσω από τις οικονομικές εκτιμήσεις βρίσκεται μια βαθύτερη στρατηγική αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Nikol Pashinyan επιδιώκει να διευρύνει τις σχέσεις της Αρμενίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους δυτικούς εταίρους, αναζητώντας μεγαλύτερα περιθώρια ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων Yerevan και Μόσχας, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στο Nagorno-Karabakh και τις διαφωνίες για τον ρόλο της Ρωσίας στην περιφερειακή ασφάλεια.
Ωστόσο, η πολιτική προσέγγιση με τις Βρυξέλλες δεν συνεπάγεται αυτομάτως οικονομική ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή αγορά ούτε άμεση αντικατάσταση των υφιστάμενων εμπορικών και ενεργειακών σχέσεων.
Η Αρμενία καλείται επομένως να διαχειριστεί μια περίπλοκη ισορροπία: από τη μία πλευρά την επιθυμία για στρατηγική διαφοροποίηση και από την άλλη τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας.
www.bankingnews.gr
Η προσπάθεια της Αρμενίας να επαναπροσδιορίσει τη γεωπολιτική της θέση, περιορίζοντας την εξάρτησή της από τη Ρωσία και ενισχύοντας τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό δίλημμα.
Σύμφωνα με έκθεση που συνέταξαν εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και του Κιργιστάν, μια πιθανή αποχώρηση της Αρμενίας από την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (EAEU) θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικούς κραδασμούς στην οικονομία της χώρας.
Το πρώτο και πλέον άμεσο πλήγμα εκτιμάται ότι θα προέλθει από τον ενεργειακό τομέα, όπου το Yerevan εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου.
Εκτόξευση του ενεργειακού κόστους κατά 69%
Οι υπολογισμοί της έκθεσης δείχνουν ότι το ετήσιο κόστος εισαγωγής φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξηθεί από τα σημερινά 389 εκατομμύρια δολάρια στα 657,5 εκατομμύρια δολάρια.
Πρόκειται για πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση ύψους 268,5 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 69%.
Η εκτίμηση βασίζεται στην υπόθεση ότι η τιμή του φυσικού αερίου θα αυξηθεί από τα 177,5 δολάρια στα 300 δολάρια ανά χίλια κυβικά μέτρα, ενώ οι ποσότητες που εισάγει η Αρμενία θα παραμείνουν αμετάβλητες.
Επομένως, το πρόσθετο κόστος δεν συνδέεται με μεγαλύτερη ενεργειακή κατανάλωση, αλλά αποκλειστικά με την πιθανή απώλεια των σημερινών ευνοϊκών όρων προμήθειας.
Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για υποθετικό σενάριο και όχι για ήδη αποφασισμένη αναπροσαρμογή της τιμής.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Μια τόσο μεγάλη αύξηση στο κόστος του φυσικού αερίου δεν θα περιοριζόταν στους λογαριασμούς των εισαγωγέων ενέργειας.
Το φυσικό αέριο αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ηλεκτροπαραγωγή, τη θέρμανση και τη λειτουργία της αρμενικής βιομηχανίας.
Κατά συνέπεια, η αύξηση της τιμής του θα μπορούσε να μεταφερθεί σταδιακά στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, στο κόστος παραγωγής και στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Για τα νοικοκυριά, αυτό θα σήμαινε περαιτέρω πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Για τις επιχειρήσεις, υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και πιθανή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητάς τους.
Ο οικονομολόγος Tatul Manaseryan έχει επίσης επισημάνει τον κίνδυνο αύξησης των τιμολογίων και των τιμών των αγαθών εξαιτίας μιας ενδεχόμενης ενεργειακής ανατίμησης.
Η αλληλεπίδραση αυξημένων τιμών, περιορισμένης αγοραστικής δύναμης και χαμηλότερης επιχειρηματικής δραστηριότητας θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Κίνδυνος μεγάλης συρρίκνωσης του εμπορίου
Οι πιθανές συνέπειες δεν σταματούν στον ενεργειακό τομέα.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η αναστολή της συμμετοχής της Αρμενίας στην EAEU θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του εμπορικού της κύκλου εργασιών με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη κατά 55,6%.
Σε απόλυτα μεγέθη, οι εμπορικές συναλλαγές προβλέπεται, στο συγκεκριμένο σενάριο, να υποχωρήσουν από περίπου 7,99 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 σε 3,55 δισεκατομμύρια δολάρια.
Αυτό συνεπάγεται απώλεια εμπορικής δραστηριότητας που υπερβαίνει τα 4,4 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η αρμενική οικονομία έχει αναπτύξει ισχυρές εμπορικές σχέσεις με τη ρωσική αγορά και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρασιατικής Ένωσης. Η μεταβολή των τελωνειακών και εμπορικών όρων θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξαγωγές, τις εισαγωγές, τη διαμετακόμιση αγαθών και την πρόσβαση των αρμενικών επιχειρήσεων σε παραδοσιακές αγορές.
Επιπλέον, ενδέχεται να εμφανιστούν νέοι διοικητικοί περιορισμοί και πρόσθετα κόστη για επιχειρήσεις που σήμερα επωφελούνται από τους κοινούς κανόνες της Ένωσης.
Η γεωπολιτική επιλογή του Nikol Pashinyan
Πίσω από τις οικονομικές εκτιμήσεις βρίσκεται μια βαθύτερη στρατηγική αντιπαράθεση.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Nikol Pashinyan επιδιώκει να διευρύνει τις σχέσεις της Αρμενίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους δυτικούς εταίρους, αναζητώντας μεγαλύτερα περιθώρια ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων Yerevan και Μόσχας, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στο Nagorno-Karabakh και τις διαφωνίες για τον ρόλο της Ρωσίας στην περιφερειακή ασφάλεια.
Ωστόσο, η πολιτική προσέγγιση με τις Βρυξέλλες δεν συνεπάγεται αυτομάτως οικονομική ενσωμάτωση στην ευρωπαϊκή αγορά ούτε άμεση αντικατάσταση των υφιστάμενων εμπορικών και ενεργειακών σχέσεων.
Η Αρμενία καλείται επομένως να διαχειριστεί μια περίπλοκη ισορροπία: από τη μία πλευρά την επιθυμία για στρατηγική διαφοροποίηση και από την άλλη τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών