Τι αλλάζει
Απόφαση σταθμός που υποχρεώνει και τη χώρα μας να προσαρμοστεί, αποτελεί στο ανάχωμα στις περικοπές των αποδοχών κατά την ετήσια άδεια που έβαλε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο της ΕΕ, ξεκαθαρίζοντας ότι στον υπολογισμό των χρημάτων που δικαιούται ο εργαζόμενος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα εισοδήματα από παράλληλη σύμβαση ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης.
Η απόφαση αφορά υπόθεση εκπαιδευτικών στη Ρουμανία και αναδεικνύει τη σημασία της προστασίας των εργαζομένων που απασχολούνται με περισσότερες από μία συμβάσεις, οι οποίοι, ενώ εργάζονταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, είχαν παράλληλα συνάψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης με ωριαία αμοιβή.
Οι αποδοχές τους κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας υπολογίζονταναποκλειστικά βάσει της κύριας εργασιακής τους σχέσης, χωρίς να συνυπολογίζονται τα εισοδήματα από τη δεύτερη σύμβαση.
Η κρίση του δικαστηρίου
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, τουλάχιστον ως προς την ελάχιστη διάρκεια της ετήσιας άδειας που εγγυάται η ευρωπαϊκή νομοθεσία, η συγκεκριμένη πρακτική δεν είναι συμβατή με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ. Οι αποδοχές που αντιστοιχούν στην άδεια πρέπει να λαμβάνουν υπόψηκαι τα εισοδήματα από την εργασία που παρασχέθηκε στο πλαίσιο της παράλληλης σύμβασης μερικής απασχόλησης. Το δικαίωμα στην άδεια δεν μπορεί να οδηγεί σε απώλεια εισοδήματος. Να σημειωθεί ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία κατοχυρώνει ελάχιστη ετήσια άδεια τεσσάρων εβδομάδων για όλους τους εργαζομένους. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η προστασία αυτή αφορά τόσο το δικαίωμα ανάπαυσης όσο και το δικαίωμα καταβολής αποδοχών για το αντίστοιχο διάστημα.
Ειδικότερα, για τον υπολογισμό των αποδοχών της ελάχιστης άδειας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές που συνδέονται με την πραγματική εργασία. Επομένως, όταν ο εργαζόμενος παρέχει εργασία και βάσει δεύτερης σύμβασης, τα εισοδήματα που προκύπτουν από αυτήν δεν μπορούν να αποκλείονται αυτομάτως από τονυπολογισμό.
Η εκκίνηση της διαφοράς
Η διαφορά ξεκίνησε από σχολική μονάδα και αφορούσε 14 εργαζομένους, οι οποίοι κατά την περίοδο 2019-2022 εργάζοντανπαράλληλα με δύο διαφορετικές συμβάσεις. Η πρώτη σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης,ενώ η δεύτερη ήταν ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης, με ωριαία αμοιβή για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο έως τον Ιούνιο κάθε σχολικού έτους. Οι εκπαιδευτικοί έλαβαν ετήσια άδεια διάρκειας από 27 έως 62 ημερών,ωστόσο οι χρηματικές αξιώσεις τους για την άδεια υπολογίστηκαν αποκλειστικά με βάση την κύρια σύμβαση. Δεν συνυπολογίστηκαν ούτεοι ώρες εργασίας ούτε τα εισοδήματα που είχαν αποκτήσει από τη δεύτερη απασχόληση. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο εξετάζει επίσης την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με μερική απασχόληση και των εργαζομένων ορισμένου χρόνου.Οι σχετικές ευρωπαϊκές συμφωνίες-πλαίσια προβλέπουν ότι οιεργαζόμενοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενέστερα αποκλειστικάκαι μόνο επειδή εργάζονται με μερική απασχόληση ή έχουν σύμβασηορισμένου χρόνου, εκτός εάν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείταιαπό αντικειμενικούς λόγους.
Η αρχή της αναλογικότητας
Η αρχή της αναλογικότητας, γνωστή ως pro rata temporis, επιτρέπει τον υπολογισμό ορισμένων δικαιωμάτων ανάλογα με τον χρόνο εργασίας. Δεν δικαιολογεί, όμως, τον αυτόματο αποκλεισμό αποδοχών πουσυνδέονται με πραγματική εργασία και οι οποίες είναι απαραίτητες για να διατηρείται το επίπεδο των τακτικών αποδοχών κατά την ελάχιστη ετήσια άδεια.Το γεγονός ότι ο εργαζόμενος έχει ήδη μία σύμβαση πλήρους απασχόλησης δεν αναιρεί, συνεπώς, την ανάγκη να εξεταστεί η δεύτερη εργασιακή σχέση κατά τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας.
Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Η απόφαση αφορά υπόθεση εκπαιδευτικών στη Ρουμανία και αναδεικνύει τη σημασία της προστασίας των εργαζομένων που απασχολούνται με περισσότερες από μία συμβάσεις, οι οποίοι, ενώ εργάζονταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης, είχαν παράλληλα συνάψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης με ωριαία αμοιβή.
Οι αποδοχές τους κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας υπολογίζονταναποκλειστικά βάσει της κύριας εργασιακής τους σχέσης, χωρίς να συνυπολογίζονται τα εισοδήματα από τη δεύτερη σύμβαση.
Η κρίση του δικαστηρίου
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, τουλάχιστον ως προς την ελάχιστη διάρκεια της ετήσιας άδειας που εγγυάται η ευρωπαϊκή νομοθεσία, η συγκεκριμένη πρακτική δεν είναι συμβατή με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ. Οι αποδοχές που αντιστοιχούν στην άδεια πρέπει να λαμβάνουν υπόψηκαι τα εισοδήματα από την εργασία που παρασχέθηκε στο πλαίσιο της παράλληλης σύμβασης μερικής απασχόλησης. Το δικαίωμα στην άδεια δεν μπορεί να οδηγεί σε απώλεια εισοδήματος. Να σημειωθεί ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία κατοχυρώνει ελάχιστη ετήσια άδεια τεσσάρων εβδομάδων για όλους τους εργαζομένους. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η προστασία αυτή αφορά τόσο το δικαίωμα ανάπαυσης όσο και το δικαίωμα καταβολής αποδοχών για το αντίστοιχο διάστημα.
Ειδικότερα, για τον υπολογισμό των αποδοχών της ελάχιστης άδειας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές που συνδέονται με την πραγματική εργασία. Επομένως, όταν ο εργαζόμενος παρέχει εργασία και βάσει δεύτερης σύμβασης, τα εισοδήματα που προκύπτουν από αυτήν δεν μπορούν να αποκλείονται αυτομάτως από τονυπολογισμό.
Η εκκίνηση της διαφοράς
Η διαφορά ξεκίνησε από σχολική μονάδα και αφορούσε 14 εργαζομένους, οι οποίοι κατά την περίοδο 2019-2022 εργάζοντανπαράλληλα με δύο διαφορετικές συμβάσεις. Η πρώτη σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης,ενώ η δεύτερη ήταν ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης, με ωριαία αμοιβή για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο έως τον Ιούνιο κάθε σχολικού έτους. Οι εκπαιδευτικοί έλαβαν ετήσια άδεια διάρκειας από 27 έως 62 ημερών,ωστόσο οι χρηματικές αξιώσεις τους για την άδεια υπολογίστηκαν αποκλειστικά με βάση την κύρια σύμβαση. Δεν συνυπολογίστηκαν ούτεοι ώρες εργασίας ούτε τα εισοδήματα που είχαν αποκτήσει από τη δεύτερη απασχόληση. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο εξετάζει επίσης την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με μερική απασχόληση και των εργαζομένων ορισμένου χρόνου.Οι σχετικές ευρωπαϊκές συμφωνίες-πλαίσια προβλέπουν ότι οιεργαζόμενοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενέστερα αποκλειστικάκαι μόνο επειδή εργάζονται με μερική απασχόληση ή έχουν σύμβασηορισμένου χρόνου, εκτός εάν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείταιαπό αντικειμενικούς λόγους.
Η αρχή της αναλογικότητας
Η αρχή της αναλογικότητας, γνωστή ως pro rata temporis, επιτρέπει τον υπολογισμό ορισμένων δικαιωμάτων ανάλογα με τον χρόνο εργασίας. Δεν δικαιολογεί, όμως, τον αυτόματο αποκλεισμό αποδοχών πουσυνδέονται με πραγματική εργασία και οι οποίες είναι απαραίτητες για να διατηρείται το επίπεδο των τακτικών αποδοχών κατά την ελάχιστη ετήσια άδεια.Το γεγονός ότι ο εργαζόμενος έχει ήδη μία σύμβαση πλήρους απασχόλησης δεν αναιρεί, συνεπώς, την ανάγκη να εξεταστεί η δεύτερη εργασιακή σχέση κατά τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας.
Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών